CD85D7FD4B1EC842301133277CF80D74

Το Βέλγιο, στην πρώτη ανάγνωση, μάλλον θα έμοιαζε ως η χώρα με τις λιγότερες πιθανότητες να γίνει κέντρο της εξτρεμιστικής βίας στην Ευρώπη. Όμως, κατά τον Guardian και τον αρθρογράφο Jason Burke, υπάρχουν τουλάχιστον τρεις συγκεκριμένοι και ισχυροί λόγοι για τους οποίους το χθεσινό τρομοκρατικό χτύπημα στις Βρυξέλλες δεν αποτελεί έκπληξη:

Η χαμηλή ενσωμάτωση των μεταναστών, η πολιτική αστάθεια και το γεγονός ότι το Βέλγιο έχει δώσει – αναλογικά – τους περισσότερους μαχητές του ISIS στη Συρία από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Αναζητώντας τις αιτίες που διαμόρφωσαν τους σκληρούς, και εκτεταμένους πια, πυρήνες ριζοσπαστικοποίησης στο Βέλγιο, ο Guardian στέκεται ιδιαίτερα στους εξής παράγοντες: «Μια μεγάλη και ελάχιστα ενσωματωμένη μουσουλμανική κοινότητα, υψηλά επίπεδα ανεργίας των νέων στη συγκεκριμένη κοινότητα, μεγάλη διαθεσιμότητα όπλων, ιδιαίτερα ανεπτυγμένο δίκτυο επικοινωνιών και μεταφορών, αρχές συχνά εφησυχασμένες και υποχρηματοδοτούμενες και εγχώρια πολιτική αστάθεια».

Στους παράγοντες αυτούς, το άρθρο προσθέτει και την ισχυρή διάδοση της «ιδεολογίας της βίας» μέσα από τα social media «μεταξύ συντρόφων που, εάν δεν ενθαρρύνουν ευθέως τη βία, σαφώς προβάλλουν μια μισαλλόδοξη, εμποτισμένη με μίσος και βαθιά συντηρητική κοσμοθεωρία».

Όπως σημειώνει, ωστόσο, ο Guardian, «οι ιστορικές ρίζες των σημερινών προβλημάτων είναι βαθιές».

Το Βέλγιο δέχθηκε κύματα τρομοκρατίας τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, που συνδέονταν με την αναταραχή στη Μέση Ανατολή.

«Υπάρχει μια πολύ μακρά ιστορία σύνδεσης του Βελγίου και της Γαλλίας με το βασίλειο της τρομοκρατίας», λέει ο Rik Coolsaet, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης, ειδικός σε θέματα τρομοκρατίας.

Τη δεκαετία του 1990, το πολεμικό κλίμα της βόρειας Γαλλίας που συνδεόταν με τον πόλεμο στην Αλγερία, διαχύθηκε και στο Βέλγιο. Τότε, τουλάχιστον ένας ιεροκήρυκας που απελάθηκε από τη Γαλλία κατέληξε στις Βρυξέλλες κι άρχισε να κηρύσσει σε τεμένη στο Μολενμπέκ, στην περιοχή από την οποία προέρχονταν οι περισσότεροι δράστες των επιθέσεων στο Παρίσι και όπου συνελήφθη την περασμένη εβδομάδα ο θεωρούμενος εκ των «εγκεφάλων» των επιθέσεων της 13ης Νοεμβρίου Σαλάx Αμπντεσλάμ.

Όταν η τοπική κοινωνία, όπως επισημαίνει ο Guardian, είχε διαμαρτυρηθεί τότε για την δράση του ιεροκήρυκα, οι αρμόδιες αρχές του Βελγίου είχαν παρέμβει καθησυχαστικά αντιτείνοντας ότι πρόκειται για έναν «μετριοπαθή» μετανάστη.

Στο πρώτο ήμισυ της περασμένης δεκαετίας, προσθέτει το άρθρο, όταν οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφαλείας προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη νέα απειλή που αντιμετώπιζαν και έγιναν οι πρώτες τυφλές επιθέσεις σε Μαδρίτη και Λονδίνο, κανείς δεν ασχολείτο με το Βέλγιο παρά τις εντεινόμενες ενδείξεις για τη δημιουργία εξτρεμιστικών δικτύων στη χώρα.

Ήδη, από το 2005 πολλοί Βέλγοι άρχισαν να ταξιδεύουν μέχρι το Ιράκ. Η πρώτη γυναίκα καμικάζι που επιτέθηκε σε κομβόι Αμερικανών στη χώρα προερχόταν από το Βέλγιο. Το 2008, οι ριζοσπαστικοποιημένοι Βέλγοι άρχισαν να ταξιδεύουν και προς το Αφγανιστάν. Και ο πόλεμος στη Συρία, που άρχισε το 2011, ήταν ο καταλύτης που ανέδειξε το πρόβλημα.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα, επίσημα στοιχεία, το Βέλγιο έχει παράσχει, κατά κεφαλήν τους περισσότερους μαχητές στη Συρία από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Ο αριθμός των μαχητών αυτών υπολογίζεται ανάμεσα στους 450 και τους 562 σε μια χώρα με συνολικό πληθυσμό 11 εκατομμυρίων, εκ των οποίων οι μουσουλμάνοι αγγίζουν περίπου τις 500.000.

Οι περισσότεροι από τους μαχητές αυτούς εντάχθηκαν για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα στο Ισλαμικό Κράτος, ενώ κάποιοι άλλοι επέλεξαν την «αδελφή» της αλ – Κάιντα οργάνωση, Τζαμχάτ α-Νούσρα. Περισσότεροι από 80 υπολογίζεται ότι έχουν σκοτωθεί, κυρίως στις μάχες του τελευταίου διαστήματος στην ανατολική Συρία.